Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Αφήγηση: επικοινωνιακή και δημιουργική πράξη

 αφηγούμαι, αφηγείσαι, αφηγείται... 

Η αφήγηση συνιστά μια νευραλγική επικοινωνιακή πράξη που διευκολύνει την καθημερινότητα και συγχρόνως απελευθερώνει τις δημιουργικές ικανότητες όσων ανταποκρίνονται στην πρόκληση της γραπτής μορφής της. Οι μαθήτριες άδραξαν την ευκαιρία και δημιούργησαν πρωτότυπα αφηγηματικά κείμενα, με λόγο και εικόνες, εστιασμένα σε αξιομνημόνευτες σχολικές εμπειρίες.

   Tον  Σεπτέμβριο του 2015 με μεγάλη χαρά προσήλθα στην Β΄ Γυμνασίου. Ήμουν ενθουσιασμένη καθώς αγωνιούσα να συναντήσω  τους παλιούς μου φίλους. Πολλούς από αυτούς δεν τους είχα δει όλο το καλοκαίρι και αναπολούσα  τις  παλιές ευχάριστες  στιγμές μας στην προηγούμενη τάξη. Πραγματικά μόλις συναντηθήκαμε όλοι μαζί νιώσαμε σαν να μην πέρασε μια μέρα από τον αποχωρισμό μας. Αγκαλιαστήκαμε, γελούσαμε και ανταλλάσσαμε τις σκέψεις και τα εμπειρίες μας.

Κάποια στιγμή στο βάθος της αυλής του σχολείου διέκρινα μια κοριτσίστικη φιγούρα που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Στεκόταν ολομόναχη και με φοβισμένο βλέμμα κοιτούσε απεγνωσμένα προς το μέρος μας. Ήταν υπερβολικά αδύνατη, σχεδόν κόκκαλο, και  ένιωθε έντονη αμηχανία. Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω το βλέμμα μου από πάνω της και ρώτησα τους συμμαθητές μου αν τη γνωρίζουν. Τότε κάποιοι με πληροφόρησαν πως είναι καινούρια μαθήτρια του τμήματός μας και τη χαρακτήρισαν με ειρωνικά και προσβλητικά σχόλια. Μάλιστα άρχισαν να την κοροϊδεύουν και να κάνουν απρεπείς γκριμάτσες προς το μέρος  της .Η  κοπέλα πανικοβλήθηκε, έγινε κατακόκκινη και σχεδόν έβαλε τα κλάματα. Αισθάνθηκα φρικτά και άρχισα να τους επιπλήττω για την ανεπίτρεπτη συμπεριφορά τους. Οι ίδιοι με χλεύασαν για το ενδιαφέρον μου γι αυτή και απομακρύνθηκαν.

     Σοκαρισμένη από τη στάση τους δεν έχασα λεπτό. Την πλησίασα και προσπάθησα να κάνω συζήτηση για να γνωριστούμε. Η κοπέλα έτρεμε και την κυρίευσε φόβος και καχυποψία προς  το άτομό μου. Δεν μου απάντησε,  χαμήλωσε  το βλέμμα της και ψιθύρισε κάτι ακαταλαβίστικα λόγια.  Εγώ με υπομονή και μεγάλη προσοχή άνοιγα καινούρια θέματα συζήτησης και της χαμογελούσα. Τέλος, την προέτρεψα να μπούμε μαζί στην τάξη και να καθίσουμε μαζί στο θρανίο.

     Τελικά, αφού πείστηκε με δειλά βήματα με ακολούθησε. Καθίσαμε στο ίδιο θρανίο και τότε άρχισε το μαρτύριο για την ίδια. Γέλια, υπονοούμενα, χαρτάκια που εκσφενδονίζονταν και πειράγματα για την εμφάνισή της. Κόντεψε να λιποθυμήσει, δεν μπορούσε να ανασάνει και σηκώθηκε για να φύγει. Τότε την κράτησα στοργικά από το χέρι, σηκώθηκα κι  εγώ και στέλνοντας τους ένα υποκριτικό αλλά και παγερό βλέμμα ξεστόμισα τη φράση « ΝΤΡΟΠΗ ΣΑΣ». Αυτό ήταν. Τα γέλια κόπηκαν, τα πρόσωπα σκυθρώπιασαν και αντιλαμβανόμενοι το λάθος  τους ψιθύρισαν « ΣΥΓΓΝΩΜΗ»

 Αντωνιάδου Κατερίνα


   Πέρσι πήγαμε ημερήσια εκδρομή με το σχολείο. Ήταν 22 Απριλίου. Ο καιρός ήταν ανοιξιάτικος, σχεδόν καλοκαιρινός, με ήλιο και λίγη συννεφιά. Ήμασταν όλοι ενθουσιασμένοι και ανυπομονούσαμε καιρό για αυτή την εκδρομή.  
                                               
 Ήμασταν χωρισμένοι σε παρέες, εκτός από ένα κορίτσι. Με τα φαρδιά ρούχα εξοχής και το ψάθινο καπέλο, φαινόταν παράταιρη σε σχέση με τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας της. Το περίεργο βέβαια, δεν ήταν που δεν είχε παρέα, αλλά το ότι δεν είχε διάθεση να έχει. Κοιτούσε με απάθεια τα άτομα γύρω της και το βλέμμα της είχε μια αφύσικη ανωτερότητα και υπεροψία. Αν παρατηρούσες προσεκτικότερα, έβλεπες σπίθες ανασφάλειας στην κοφτερή της ματιά, σχεδόν τρόμο κάθε φορά που κάποιος την πλησίαζε. Κουβαλούσε μια μεγάλη τσάντα και από την εμπειρία μου, ήξερα ότι κουβαλούσε βιβλία.                                                                                                                              
   Ανεβήκαμε στα λεωφορεία και έπειτα από μία ώρα διαδρομής φτάσαμε. Το μέρος ήταν ουσιαστικά ένα μεγάλο δάσος με θεόρατα πεύκα που σχεδόν δεν άφηναν τον ήλιο να φαίνεται, εκτός ίσως από κάποιες τυχερές αχτίδες του που τρύπωναν από τις μυτερές κρυφές των δέντρων.                                                                                                                              
 Ξαφνικά, είδα το κορίτσι από το πρωί. Έτρεχε σχεδόν λαχανιασμένα και κοιτούσε εξεταστικά, σχεδόν συνωμοτικά προς κάθε κατεύθυνση. Σηκώθηκα αθόρυβα και χωρίς να γνωρίζω γιατί, την ακολούθησα. Βαθιά μέσα μου, ήξερα ότι η αλλόκοτη συμπεριφορά της, με εξίταρε.                                                                                                                                   
  Την είδα να κάθεται σε έναν απομονωμένο παγκάκι και να ανοίγει την τσάντα της. Διέκρινα βιβλία, πολλά βιβλία. Μια αμυδρή, ντροπαλή καμπύλη κάλυψε το πρόσωπό της και μεταμορφώθηκε σε ένα γλυκό κορίτσι. Φαινόταν ευτυχισμένη, καθώς άνοιγε με ευλάβεια ένα από τα βιβλία της. Χάιδευε σχεδόν τις σελίδες, τα αγαπούσε πολύ.  

                                            
  Δεν πρόλαβε να τελειώσει ούτε μισή σελίδα, όταν μα παρέα αγοριών, ξεπρόβαλε πίσω από ένα πεύκο. Χωρίς να χάσουν χρόνο ξεκίνησαν να την κοροϊδεύουν. Της έλεγαν άσχημα πράγματα κι εκείνη σήκωσε το φρύδι και τους κοίταξε απαξιωτικά. Το πρόσωπο της σκλήρυνε και τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν. Η ανάσα της έβγαινε με δυσκολία, ακανόνιστα και γρήγορα, φαινόταν να μην έχει πλήρη έλεγχο του εαυτού της. 
                          
  Παρ’ όλα αυτά, δεν απαντούσε στις προσβολές τους που δεν αφορούσαν όμως μόνο την «ηλίθια» ασχολία της με τα βιβλία αλλά και την εξωτερική της εμφάνιση. Εξακολουθούσε να μην απαντάει με αφύσικη ηρεμία που όμως έμοιαζε περισσότερο σαν κραυγή βοήθειας.                                                                                                                                
 Όταν ξαφνικά ξεκίνησαν να της πετάνε πέτρες. Μεγάλες, μικρές, δεν είχε σημασία. Μερικές από αυτές την πέτυχαν, στο ύψος του ώμου. Η κοπέλα πάγωσε, γούρλωσε τα μάτια, η ψυχραιμία της διαλύθηκε και ξεκίνησε να τρέχει με τρεμάμενα πόδια. Συνέχισαν να πετάνε πέτρες, χλεύασαν λίγο ακόμα, ώσπου σταμάτησαν.

  Δεν την ξαναείδα ποτέ από τότε. Ούτε στο τέλος της εκδρομής, ούτε στην επιστροφή στο σχολείο. Όταν ξαναγύρισα στο μέρος της, βρήκα τα βιβλία της πεταμένα στο ποτάμι, σχεδόν με εγκληματική οργή κομματιασμένα. 

  Στάθηκα σιωπηλή, καθώς το μέρος ήταν πλέον για εμένα ένας τόπος σχεδόν μαρτυρικός, συμβόλιζε τον θάνατο μιας περηφάνιας, το τέλος μιας εποχής, κι άρχιζε μια καινούρια, με εφιάλτες που πονούσαν πιο πολύ από τις πέτρες. Άγγιξα απαλά τον ώμο μου διαπιστώνοντας ότι τα χτυπήματα της πέτρας ήταν ακόμα νωπά, και έφυγα χωρίς να ξαναγυρίσω.

Γεωργίου Νικολέτα

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Έλλη Λαμπρίδη: αντισυμβατική και αιρετική

 Η εκπαιδευτική κοινότητα γνωρίζει την Έλλη Λαμπρίδη από την υποδειγματική μετάφραση της Ιστορίας  του Θουκυδίδη. Λίγοι, ωστόσο, γνωρίζουν τη συμβολή της στην ελληνική φιλοσοφική σκέψη και τον κριτικό της λόγο σε κάθε έκφανση της πνευματικής ζωής του τόπου. Το άρθρο της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου φωτίζει την πολύπλευρη προσωπικότητά της  που αντιστρατεύτηκε με κάθε μέσο το στερεότυπο της γυναίκας που καλλιέργησε η κοινωνία της εποχής της.

Έλλη Λαμπρίδη: Η πρώτη Ελληνίδα φιλόσοφος

  Το όνομα της Έλλης Λαμπρίδη, της πρώτης Ελληνίδας φιλοσόφου του 20ού αιώνα, είναι σήμερα ελάχιστα γνωστό στο ευρύτερο κοινό. Όλα τα βιβλία της είναι από πολλά χρόνια εξαντλημένα και το μόνο που κυκλοφορεί είναι η αναδημοσίευση της μετάφρασης του Ευπαλίνου του Πωλ Βαλερύ, με πρόλογο του Άγγελου Σικελιανού και η μετάφραση του Αμλέτου του Ζυλ Λαφόργκ. Και όμως, η Έλλη Λαμπρίδη προώθησε όσο ελάχιστοι τη φιλοσοφική σκέψη και το άνοιγμα του πνευματικού ορίζοντα στην Ελλάδα γράφοντας έργα πρωτότυπα, παρουσιάζοντας το έργο ξένων φιλοσόφων, μεταφράζοντας αρχαίους και σύγχρονους, σχολιάζοντας σπουδαία λογοτεχνήματα, καλλιεργώντας την πνευματική φιλία και τον διάλογο. Με την Εισαγωγή στη Φιλοσοφία και τα μελετήματά της για τους Bergson, Russel, Popper διερεύνησε θεμελιακά φιλοσοφικά προβλήματα. Εκπροσώπησε την Ελλάδα στον περίφημο τόμο Club Voltaire του 1963, (Επετηρίδα του κριτικού διαφωτισμού) με μια μελέτη για τον Wittgenstein, πλάι σε ονόματα όπως του Popper και του Marcuse. Έγραψε τη σπουδαία εργασία της Empedocles: Α Philosophical Investigation, (1976), με πρόλογο του Marshall Mc Luhan, που δεν κυκλοφόρησε ποτέ στα ελληνικά.

  Μετέφρασε την Ιστορία του Θουκυδίδη, που προλόγισε ο Ι. Κακριδής. Στις παλαιότερες εργασίες της περιλαμβάνονται οι Αιγαίοι: Κρητομυκηναϊκός πολιτισμός (1929) και στις μεταγενέστερες τα Δοκίμια κριτικά και φιλοσοφικά (1952). Μεγάλο μέρος του έργου της μένει αδημοσίευτο και ανάμεσα σε άλλα ο Β' τόμος της Εισαγωγής στη Φιλοσοφία, οι 686 δακτυλόγραφες σελίδες της Fantasia Philosophica ­ στην οποία παρουσιάζει ένα σύστημα Ηθικής ­, οι χιλιάδες χειρόγραφες σημειώσεις για μια Λογική, που θα ήταν έργο ζωής, με σχόλια στους Αριστοτέλη, Carnap, Frege, Russel, Peirce. Αδημοσίευτο μένει το δεύτερο και ατελείωτο μέρος του ημινεκρικού διαλόγου της με τον Wittgenstein και ένα αυτοβιογραφικό της αφήγημα στα αγγλικά, η Ύστατη συγκομιδή.

  Η Έλλη Λαμπρίδη συμμετείχε πάντα ενεργά στην πνευματική ζωή αρθρογραφώντας επί σαράντα χρόνια σε περιοδικά όπως η Αναγέννηση του Δημ. Γληνού στη δεκαετία του '20 και οι Εποχές στη δεκαετία του '60, αλλά εξίσου συμμετείχε και στην πολιτική ζωή, προασπίζοντας την ελεύθερη σκέψη και τα ανθρώπινα δικαιώματα και ασκώντας πάντα αυστηρή κριτική σε κάθε μορφή δογματισμού. Άνθρωπος αριστερός, άσκησε κριτική στην Αριστερά. Φεμινίστρια, δεν δίστασε να επισημάνει τα λάθη του ελληνικού φεμινιστικού κινήματος. Πνευματική φίλη των μεγάλων, του Καζαντζάκη και του Σικελιανού, δεν έζησε στη σκιά τους. Αυτή η εκπληκτική γυναίκα, που αισθανόταν, όπως γράφει η ίδια, «ένα ασκημόπαπο πέρα ως πέρα»1 σ' έναν ανδροκρατούμενο κόσμο, αντιστρατεύτηκε γενναία με τη ζωή και το έργο της το στερεότυπο της γυναίκας που καλλιέργησε η κοινωνία της εποχής της. Η Λαμπρίδη δεχόταν τη Φιλοσοφία σαν ιδιαίτερο είδος διανοητικής δραστηριότητας, που δουλεύει κυρίως με τη θεωρία, τον στοχασμό και την ενόραση. Προσωπική της μέθοδος του φιλοσοφείν ήταν η «ζητητική», στην πλατωνική έννοια2. Δυσπιστούσε στις σύγχρονες φιλοσοφικές τάσεις που παραβιάζουν τη χρήση της γλώσσας με «ανοήματα», όπως τα ονόμαζε. Το είδος αυτό το χαρακτήριζε «ανίερη πρόζα». Αντίθετα, θεωρούσε γονιμότερη τη φιλοσοφική έρευνα που προσανατολίζεται στον χώρο της γνωσιοθεωρίας και βιοθεωρίας και θεωρούσε βαθύ φιλοσοφικό πρόβλημα την αλληλεπίδραση ανθρώπου και περιβάλλοντος. Γι' αυτήν η περιπέτεια του πνεύματος δεν είχε νόημα έξω από το σύνολο των δεδομένων του βίου. Αυτήν την καθολικότητα θαύμαζε στον Εμπεδοκλή, γιατί, όπως γράφει στον πρόλογο του βιβλίου που του αφιέρωσε: «Αγκαλιάζει όλα τα επίπεδα του επιστητού... με την καθολικότητα των γνώσεών του και με το πλάτος της κοσμολογικής του σύλληψης, με τη δράση του για δημοκρατία και ισότητα...».

  Η πρώτη Ελληνίδα φιλόσοφος του αιώνα μας υπενθύμισε ότι ένας αρχαίος φιλόσοφος γνώριζε τα πάντα για την επιστήμη της εποχής του και αισιοδοξούσε ότι θα προοδεύσει μια νέα φιλοσοφία της φύσης, στηριγμένη στα νεώτερα δεδομένα της Φυσικής. Άριστα ενημερωμένη για τις προόδους των επιστημών, διέβλεπε τους περιβαλλοντικούς κινδύνους και πίστευε ότι η Φιλοσοφία σ' αυτή τη φάση είναι απαραίτητη: «Μας χρειάζεται μια συνολική εικόνα του κόσμου, μια ιδέα για τα υλικά από τα οποία είμαστε φτιαγμένοι». Κι επειδή ο άνθρωπος μπορεί να μεταβάλει το περιβάλλον, «του χρειάζεται μια ιδέα κατά ποιον τρόπο πρέπει να το μεταβάλει... του χρειάζονται τα δύο κύρια σκέλη της Φιλοσοφίας, όπως του χρειάζονται τα δύο του πόδια: η κοσμοθεωρία και η βιοθεωρία ή η ηθική με την πλατύτερη σημασία του όρου»3. Η Λαμπρίδη, όπως η μεγάλη φιλόσοφος του αιώνα μας, η Hannah Arendt, δεν μπορούσε να δει τη ζωή του πνεύματος έξω από μια φιλοσοφία της πράξης και στο επίκεντρο των ενασχολήσεών της ήταν πάντα η vita activa.

  Η Λαμπρίδη ήταν από τη γνήσια στόφα των στοχαστών. Η Φιλοσοφία ήταν γι' αυτήν τρόπος ζωής. Δεν την άσκησε από μια πανεπιστημιακή έδρα, αλλά τη βίωσε σαν ένα ανοιχτό ερώτημα, στο οποίο διαπλέκονται όλα τα βιολογικά και πνευματικά δεδομένα της ζωής της: μητέρα, φιλόσοφος, συγγραφέας. Μέσα ακριβώς από αυτό τον τρόπο θεώρησης της ζωής βγήκε το σπουδαίο βιβλίο της, η Νίκη, μια αυτοβιογραφική αφήγηση επικεντρωμένη στη ζωή και τον θάνατο της κόρης της Νίκης. Το βιβλίο αυτό, αν και δεν ανήκει στον χώρο της Φιλοσοφίας, κατάγεται από το φιλοσοφικότερο είδος λογοτεχνίας, τον αυτοβιογραφικό λόγο που επιχειρεί τη διερεύνηση του εαυτού και τον έλεγχο της συνείδησης. Αυτό ακριβώς το είδος ­ «συνοριακό» θα το ονόμαζε η ίδια ­ στρατεύει την «εκ βαθέων» εξομολόγηση στη φιλοσοφική αναζήτηση. Και, αρκετά παράδοξα, στο βιβλίο αυτό προβάλλει έντονα το κυρίαρχο αίτημα της Λαμπρίδη για μια θεωρία της πράξης ­ μιας Ηθικής. Γιατί η Νίκη δεν είναι μόνο η αφήγηση μιας μητέρας που θρηνεί τον θάνατο της κόρης, αλλά η μαρτυρία μιας γυναίκας που προσπάθησε να στοχαστεί τον Εαυτό και τον Κόσμο: τη μητρότητα, το σώμα της, το πνεύμα της, τα συναισθήματά της, τη σύγκρουση της αναγκαιότητας με την ελευθερία, σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή στην Ελλάδα. Για τους παραπάνω λόγους η Νίκη είναι, κατά τη γνώμη μας, ένα βιβλίο μοναδικό στο είδος του, και όχι μόνο για την ελληνική γλώσσα.

  Από πολλές απόψεις η ζωή της Έλλης Λαμπρίδη μπορεί να θεωρηθεί παραδειγματική και φέρνει στο προσκήνιο ανθρώπινες πραγματικότητες και τις συνθήκες στην Ελλάδα της εποχής της, που δεν εξαντλούνται σε ένα σύντομο σημείωμα.

  Η Έλλη Λαμπρίδη γεννήθηκε το 1898 στην Αθήνα. Ήταν ένα από τα τρία παιδιά του γνωστού για την πατριωτική του δράση Ηπειρώτη Ιωάννη Λαμπρίδη, απόφοιτου της Ζωσιμαίας Σχολής και πτυχιούχου της Νομικής Αθηνών.

  Ο πατέρας της, αφού εργάστηκε δάσκαλος στην Κωνσταντινούπολη και δικηγόρος στα Γιάννενα, κατέβηκε στην Αθήνα «για να μη δουλέψει τους Τούρκους», έγινε γερουσιαστής και εξέδιδε την εφημερίδα Αγών. Εκεί μεγάλωσε η Λαμπρίδη και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή. Συνέχισε τις σπουδές της στη Ζυρίχη με υποτροφία Σταθάτου. Έτσι βρέθηκε στην πόλη όπου λίγα χρόνια νωρίτερα μπορούσε κανείς να συναντήσει τον Λένιν αλλά και τον Τριστάν Τζαρά. Την έστελναν για να ασχοληθεί με τα παιδαγωγικά, κλάδο ταιριαστό για μια γυναίκα, όμως αυτή στράφηκε στη Φιλοσοφία. Μόλις 23 χρόνων, με καθηγητή τον Freytag, υποστήριξε τη διατριβή της με θέμα τις γνωσιοθεωρητικές αρχές του Αριστοτέλη, που τυπώθηκε στη Λειψία το 1919. Από το 1920 έως το 1922 διδάσκει στο Αμερικανικό Κολλέγιο Θηλέων της Κωνσταντινούπολης και στο Ζάππειο Διδασκαλείο. Αναγκάζεται να δουλέψει «λεχώνα είκοσι ημερών». Ο γάμος δεν θα κρατήσει παρά ελάχιστα. Τα οικονομικά της θα είναι άσχημα. Στο μεγάλωμα της κόρης της από εδώ και πέρα θα βοηθήσει και η μητέρα της.

  Από το 1923 έως το 1928 θα εργαστεί στο Αμερικανικό Κολλέγιο του Ελληνικού, όπου θα οργανώσει το ελληνικό τμήμα. Τα χρόνια αυτά γράφει μελέτες Φιλοσοφίας και Ψυχολογίας για το περιοδικό Αναγέννηση του Γληνού και φιλοσοφικά άρθρα για τις εγκυκλοπαίδειες του Πυρσού και του Ελευθερουδάκη. Συμμετέχει στο φεμινιστικό κίνημα, πηγαίνει στα συνέδρια που γίνονται στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Η κριτική της στον τομέα αυτό είναι αυστηρή. Κατηγορούσε το κίνημα για συντηρητισμό, έκρινε ότι η κοινωνική και πολιτική διάσταση του φεμινισμού ατονούσε και ήταν υπέρ της πολιτικοποίησης των γυναικών στα αριστερά κόμματα.

  Την εποχή αυτή, τα «ξεχειλίσματα της ανικανοποίητης ορμής για δράση» την οδηγούν σε πράξεις αντισυμβατικές, που θα ξαφνιάσουν αργότερα και την ίδια για την τόλμη τους: σε εποχή ανέχειας, κάνει μια παρακινδυνευμένη οικονομική επένδυση αγοράζοντας ένα άλογο στον ιππόδρομο, που δεν είχε άλλη κατάληξη παρά την ευκαιρία για σπουδή των ανθρώπινων και την εκδήλωση τρυφερότητας για το ζώο: «Κάθε τόσο πηγαίναμε στον στάβλο και του προσφέραμε άσπρο ψωμί και ζάχαρη», και η μικρούλα Νίκη «φοβισμένη άπλωνε το χεράκι της».

  Το 1929 η Λαμπρίδη αναλαμβάνει τη φιλοσοφική σειρά Μελέτες, για την οποία γράφει η ίδια εννέα δοκίμια και μεταφράσεις, και μεταξύ άλλων τη σημαντική μελέτη της για τον Bergson. Το 1930 διορίζεται υποδιευθύντρια του Μαρασλείου Διδασκαλείου. Εμπνευσμένη παιδαγωγός, δουλεύει με ζήλο ολόκληρα δωδεκάωρα και προκαλεί τον φθόνο των συναδέλφων της. Θα την συκοφαντήσει ο διευθυντής της ότι «είχε έρωτες με τ' αγόρια» και θα μετατεθεί «λόγω ποινής» από τον Παπανδρέου, τότε υπουργό Παιδείας, στα διδασκαλεία της Λαμίας και της Τρίπολης. Τα χρόνια αυτά είναι από τα πιο δύσκολα.

  Με τη μεταξική δικτατορία χάνει τη δουλειά της. Την ίδια χρονιά η Νίκη αρρωσταίνει με φυματίωση στη σπονδυλική στήλη. Η Λαμπρίδη νοικιάζει ένα σπιτάκι στην Πεντέλη, όπου το κλίμα ευνοούσε την καταπολέμηση της πάθησης, και εκεί θα περιποιηθεί η ίδια την κόρη της. Αργότερα θα μετακομίσουν στο Μαρούσι. Το 1937-39 δίνει δύο σειρές μαθημάτων Φιλοσοφίας της Ιστορίας, Ψυχολογίας και Λογοτεχνίας στο ελεύθερο πανεπιστήμιο του «Ασκραίου» και δημοσιεύει άρθρα και βιβλιοκρισίες για ανάλογα θέματα στη Νέα Πολιτική. Τα άρθρα αυτά καλύπτουν ένα τεράστιο φάσμα από τη σχέση Φιλοσοφίας και Φυσικής μέχρι το ιαπωνικό θέατρο, αλλά και τους διωγμούς των Εβραίων στη ναζιστική Γερμανία. Δείχνουν την ευρυμάθεια, τη βιβλιογραφική της ενημέρωση αλλά και άγρυπνη παρακολούθηση των πολιτικών εξελίξεων στον διεθνή ορίζοντα. Όμως στο ίδιο περιοδικό την εποχή αυτή θα δημοσιεύσει το σχόλιό της για τη Μητέρα Θεού του Σικελιανού, ξεδιπλώνοντας τη δική της αισθαντική και στοχαστική εκδοχή για το μυστήριο της μητρότητας και της ζωής του πνεύματος.

  Το 1939 η Λαμπρίδη φεύγει στην Αγγλία με υποτροφία του Βρετανικού Συμβουλίου για να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη Φιλοσοφία. Εκεί θα παρακολουθήσει μαθήματα του Wittgenstein. Η αναχώρηση όμως θα σημάνει τον προσωρινό χωρισμό της με την κόρη της, και θα τον παρατείνει ο πόλεμος που ξεσπά στην Ευρώπη. Η Λαμπρίδη μένει στο Λονδίνο, όπου θα αναπτύξει εθνική δράση ως διευθύντρια του Γραφείου Τύπου της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης.

  Η Λαμπρίδη επιστρέφει στην Ελλάδα για να ξαναβρεί την κόρη της, που είναι πια 21 χρόνων, τελειόφοιτη της Φιλοσοφικής, όμως η επιστροφή θα είναι τραγική: λίγο πριν από την άφιξή της η Νίκη σκοτώνεται από αδέσποτη εγγλέζικη σφαίρα το Γενάρη του '45. Ο θάνατος αυτός θα την βάλει σε μιαν ατέλειωτη εργασία πένθους. Γυρίζει προσωρινά στην Αγγλία, όπου θα αναγκαστεί όμως να μείνει άλλα δέκα χρόνια γιατί θα της αφαιρεθεί το διαβατήριο, εξαιτίας της δράσης της στην αριστερίζουσα ένωση εργατικών βουλευτών «για τη δημοκρατία στην Ελλάδα». Είναι χρόνια σκληρής βιοπάλης, που θα βλάψουν ανεπανόρθωτα την όρασή της. Το διαβατήριο θα της επιστραφεί το 1959 ύστερα από ενέργειες της Αμαλίας Φλέμινγκ. Επιστρέφοντας η Λαμπρίδη δημοσιεύει τη Νίκη (1960), τελειώνει τη μετάφραση της Ιστορίας του Θουκυδίδη (ο πρώτος τόμος δημοσιεύτηκε το 1962) και δημοσιεύει τον πρώτο τόμο της Εισαγωγής στη Φιλοσοφία, ενώ ο δεύτερος απαγορεύτηκε από τη λογοκρισία. Το 1963-66 δημοσιεύει τα περίφημα άρθρα της στις Εποχές για τον και τον Popper.

Στο διάστημα αυτό αναγκάζεται να ζει από μεταφράσεις και μαθήματα για βιοπορισμό, αλλά γράφει ασταμάτητα. Ζει σ' ένα μικρό διαμέρισμα για να αποταμιεύσει το ενοίκιο από το ιδιόκτητο διαμέρισμα στην οδό Υψηλάντου 9, και τα χρήματα προόριζε για την ίδρυση φιλοσοφικής βιβλιοθήκης. Εκεί την επισκέπτονται εκλεκτοί φίλοι, ο φιλόσοφος Κώστας Δεσποτόπουλος, ο τεχνοκριτικός Αλέξανδρος Ξύδης, η αρχαιολόγος Εύη Τουλούπα, ο εκδότης Γιάννης Γουδέλης.
Όταν έγινε η δικτατορία η Λαμπρίδη άσκησε ανοιχτή κριτική στο καθεστώς κι αυτό της κόστισε για μια ακόμη φορά την αφαίρεση του διαβατηρίου της. Τέλος ήρθε η επώδυνη αρρώστια. Την αντιμετώπισε με θάρρος.

  Πέθανε το 1970. Στη διαθήκη της άφηνε το κληροδότημα για τη φιλοσοφική βιβλιοθήκη που τόσο ονειρευόταν. Σήμερα η Φιλοσοφική Βιβλιοθήκη Έλλης Λαμπρίδη, προσαρτημένη στα ιδρύματα της Ακαδημίας Αθηνών και εμπλουτισμένη με τις δωρεές των Β.Ν. Τατάκη και Χ. Γιερού και ολόκληρη τη βιβλιοθήκη του Κέντρου Φιλοσοφικών Ερευνών μετά τη διάλυσή του, και πρόσφατα του Φ. Βεγλερή, λειτουργεί με καλό βιβλιοθηκονομικό εξοπλισμό στο σπίτι της οδού Υψηλάντου 9. Το έργο ευοδώθηκε χάρη στον μόχθο και την πνευματική γενναιοδωρία του τότε διευθυντή του Κέντρου Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών καθηγητή Λίνου Μπενάκη. Έτσι για μια ακόμη φορά η Έλλη Λαμπρίδη άφηνε ίχνη απτά της συνεχούς και ανεκτίμητης μέριμνάς της για τη ζωή του πνεύματος.

* Η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου είναι καθηγήτρια Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

1. Όλα τα στοιχεία της βιογραφίας της Έλλης Λαμπρίδη που παρουσιάζονται στο εξής σε εισαγωγικά άντλησα από το αυτοβιογραφικό έργο της Νίκη, Δίφρος 1960. Τα υπόλοιπα προέρχονται από υλικό του αρχείου της, που έθεσε στη διάθεσή μου ο καθηγητής Λίνος Μπενάκης, υπεύθυνος της Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης Έλλης Λαμπρίδη της Ακαδημίας Αθηνών.

2. Για μια διεξοδική παρουσίαση της σκέψης της Έλλης Λαμπρίδη, βλ. Μυρτώ Δραγώνα - Μονάχου, «Έλλη Λαμπρίδη», Καινούργια Εποχή, Φθινόπωρο 1976.

3. Έλλη Λαμπρίδη, «Φιλοσοφία και λογοτεχνία», διάλεξη του 1961, δημοσιευμένη στην Καινούργια Εποχή, 1962.




Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ (Άγνωστο κείμενο)




Υπερείδης  Υπέρ Ευξενίππου 7-8

Στον Υπερείδη αποδίδονται αποσπάσματα από έξι λόγους. Σχεδόν ακέραιος  διασώθηκε μόνο ο Ὑπέρ Εὐξενίππου. O Ευξένιππος είχε εγείρει υποψίες για φιλομακεδονική στάση και βρέθηκε υπόλογος για κακή συμπεριφορά. Ο πιο σημαντικός λόγος του ρήτορα είναι ο Ἐπιτάφιος, τον οποίο ο ρήτορας απήγγειλε υπέρ των νεκρών του Λαμιακού πολέμου (322 π.Χ.).


  Ὑπὲρ τίνων οὖν οἴεσθε δεῖν τὰς εἰσαγγελίας γίγνεσθαι; τοῦτ᾽ ἤδη καθ᾽ ἕκαστον ἐν τῷ νόμῳ ἐγράψατε, ἵνα μὴ ἀγνοῇ μηδείς: ‘ἐάν τις,’ φησί, ‘τὸν δῆμον τὸν Ἀθηναίων καταλύῃ:’ — εἰκότως, ὦ ἄνδρες δικασταί: ἡ γὰρ τοιαύτη αἰτία οὐ παραδέχεται σκῆψιν οὐδεμίαν οὐδενὸς οὐδ᾽ ὑπωμοσίαν, ἀλλὰ τὴν ταχίστην αὐτὴν δεῖ εἶναι ἐν τῷ δικαστηρίῳ: —ἢ ‘συνίῃ ποι ἐπὶ καταλύσει τοῦ δήμου ἢ ἑταιρικὸν συναγάγῃ, ἢ ἐάν τις πόλιν τινὰ προδῷ ἢ ναῦς ἢ πεζὴν ἢ ναυτικὴν στρατιάν, ἢ ῥήτωρ ὢν μὴ λέγῃ τὰ ἄριστα τῷ δήμῳ τῷ Ἀθηναίων χρήματα λαμβάνων’: τὰ μὲν ἄνω τοῦ νόμου κατὰ πάντων τῶν πολιτῶν γράψαντες (ἐκ πάντων γὰρ καὶ τἀδικήματα ταῦτα γένοιτ᾽ ἄν), τὸ δὲ τελευταῖον τοῦ νόμου κατ᾽ αὐτῶν τῶν ῥητόρων, παρ᾽ οἷς ἔστιν καὶ τὸ γράφειν τὰ ψηφίσματα.

Παρατηρήσεις
  1. παραδέχεται, προδῷ, συνίῃ, συναγάγῃ: α) Να αντικατασταθούν χρονικά οι τύποι β) Να γραφεί το β΄ενικό της προστακτικής του ίδιου χρόνου
  2. τίνων, μηδείς, τις, οἷς, αὐτὴν: Να γράψετε τον ίδιο τύπο στον άλλο αριθμό
  3. ὢν, γράψαντες: Να αναγνωριστούν συντακτικά οι μετοχές και να αναλυθούν σε δευτερεύουσες πρότασεις.
  4. Ὑπὲρ τίνων οὖν οἴεσθε δεῖν τὰς εἰσαγγελίας γίγνεσθαι: Να γίνει πλήρης συντακτική αναγνώριση της πρότασης.
  5. ἵνα μὴ ἀγνοῇ μηδείς, ἐάν τις τὸν δῆμον τὸν Ἀθηναίων καταλύῃ, παρ᾽ οἷς ἔστιν καὶ τὸ γράφειν τὰ ψηφίσματα : Να χαρακτηριστούν συντακτικά οι προτάσεις.
  6. ἐάν τις πόλιν τινὰ προδῷ : Να αναγνωρισθεί ο υποθετικός λόγος (αφού εντοπισθεί η απόδοσή του) και να μετατραπεί έτσι, που να δηλώνει το πραγματικό και την απλή σκέψη του λέγοντος.
Αγαθή τύχη

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

   Για ποιες κατηγορίες πιστεύετε ότι πρέπει να ασκούνται εισαγγελίες; Την απάντηση την έχετε γράψει αναλυτικά στο νόμο, ώστε να τη γνωρίζουν όλοι. Όποιος, λέει ο νόμος, καταργήσει την εξουσία του δήμου των Αθηναίων (και πολύ σωστά, δικαστές, διότι αυτή η κατηγορία δεν επιδέχεται κανενός είδους καθυστέρηση, αλλά πρέπει να εισαχθεί στο δικαστήριο το συντομότερο δυνατόν), ή συνωμοτήσει για την κατάργηση των εξουσιών του δήμου, ή συγκροτήσει παράνομη ομάδα ή προδώσει κάποια συμμαχική πόλη, πλοίο, πεζό ή ναυτικό στράτευμα, καθώς και όποιος αγορητής από το βήμα της εκκλησίας του δήμου δωροδοκείται για να μη δίνει επωφελείς συμβουλές στο δήμο των Αθηναίων. Όλα τα προηγούμενα αναφέρονται σε όλους τους πολίτες (διότι αυτά τα αδικήματα μπορεί να διαπραχθούν από όλους), εκτός από το τελευταίο χωρίο του νόμου, που απευθύνεται μόνο στους ρήτορες, αφού αυτοί έχουν τη δυνατότητα να διατυπώνουν τα ψηφίσματα.


Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ: Βιβλιοπαρουσιάσεις και οπισθόφυλλα

 
Ένα βιβλίο σε ταξιδεύει....

 Η λέσχη ανάγνωσης της τάξης μας ολοκλήρωσε τον πρώτο κύκλο λειτουργίας της. Ο απολογισμός είναι ευχάριστος και ιδιαίτερα δημιουργικός. Οι μαθητές απόλαυσαν τα αναγνώσματά τους και με ικανοποίηση παρουσίασαν τις εργασίες τους μέσα στην τάξη. Ένα δείγμα ευάριθμων εργασιών ακολουθεί:


Ελένη ή ο Κανένας

Πάπισσα Ιωάννα

Η κυρία Ντορεμί

Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη

ΕΠ

Ματωμένα Χώματα