Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Έλλη Λαμπρίδη: αντισυμβατική και αιρετική

 Η εκπαιδευτική κοινότητα γνωρίζει την Έλλη Λαμπρίδη από την υποδειγματική μετάφραση της Ιστορίας  του Θουκυδίδη. Λίγοι, ωστόσο, γνωρίζουν τη συμβολή της στην ελληνική φιλοσοφική σκέψη και τον κριτικό της λόγο σε κάθε έκφανση της πνευματικής ζωής του τόπου. Το άρθρο της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου φωτίζει την πολύπλευρη προσωπικότητά της  που αντιστρατεύτηκε με κάθε μέσο το στερεότυπο της γυναίκας που καλλιέργησε η κοινωνία της εποχής της.

Έλλη Λαμπρίδη: Η πρώτη Ελληνίδα φιλόσοφος

  Το όνομα της Έλλης Λαμπρίδη, της πρώτης Ελληνίδας φιλοσόφου του 20ού αιώνα, είναι σήμερα ελάχιστα γνωστό στο ευρύτερο κοινό. Όλα τα βιβλία της είναι από πολλά χρόνια εξαντλημένα και το μόνο που κυκλοφορεί είναι η αναδημοσίευση της μετάφρασης του Ευπαλίνου του Πωλ Βαλερύ, με πρόλογο του Άγγελου Σικελιανού και η μετάφραση του Αμλέτου του Ζυλ Λαφόργκ. Και όμως, η Έλλη Λαμπρίδη προώθησε όσο ελάχιστοι τη φιλοσοφική σκέψη και το άνοιγμα του πνευματικού ορίζοντα στην Ελλάδα γράφοντας έργα πρωτότυπα, παρουσιάζοντας το έργο ξένων φιλοσόφων, μεταφράζοντας αρχαίους και σύγχρονους, σχολιάζοντας σπουδαία λογοτεχνήματα, καλλιεργώντας την πνευματική φιλία και τον διάλογο. Με την Εισαγωγή στη Φιλοσοφία και τα μελετήματά της για τους Bergson, Russel, Popper διερεύνησε θεμελιακά φιλοσοφικά προβλήματα. Εκπροσώπησε την Ελλάδα στον περίφημο τόμο Club Voltaire του 1963, (Επετηρίδα του κριτικού διαφωτισμού) με μια μελέτη για τον Wittgenstein, πλάι σε ονόματα όπως του Popper και του Marcuse. Έγραψε τη σπουδαία εργασία της Empedocles: Α Philosophical Investigation, (1976), με πρόλογο του Marshall Mc Luhan, που δεν κυκλοφόρησε ποτέ στα ελληνικά.

  Μετέφρασε την Ιστορία του Θουκυδίδη, που προλόγισε ο Ι. Κακριδής. Στις παλαιότερες εργασίες της περιλαμβάνονται οι Αιγαίοι: Κρητομυκηναϊκός πολιτισμός (1929) και στις μεταγενέστερες τα Δοκίμια κριτικά και φιλοσοφικά (1952). Μεγάλο μέρος του έργου της μένει αδημοσίευτο και ανάμεσα σε άλλα ο Β' τόμος της Εισαγωγής στη Φιλοσοφία, οι 686 δακτυλόγραφες σελίδες της Fantasia Philosophica ­ στην οποία παρουσιάζει ένα σύστημα Ηθικής ­, οι χιλιάδες χειρόγραφες σημειώσεις για μια Λογική, που θα ήταν έργο ζωής, με σχόλια στους Αριστοτέλη, Carnap, Frege, Russel, Peirce. Αδημοσίευτο μένει το δεύτερο και ατελείωτο μέρος του ημινεκρικού διαλόγου της με τον Wittgenstein και ένα αυτοβιογραφικό της αφήγημα στα αγγλικά, η Ύστατη συγκομιδή.

  Η Έλλη Λαμπρίδη συμμετείχε πάντα ενεργά στην πνευματική ζωή αρθρογραφώντας επί σαράντα χρόνια σε περιοδικά όπως η Αναγέννηση του Δημ. Γληνού στη δεκαετία του '20 και οι Εποχές στη δεκαετία του '60, αλλά εξίσου συμμετείχε και στην πολιτική ζωή, προασπίζοντας την ελεύθερη σκέψη και τα ανθρώπινα δικαιώματα και ασκώντας πάντα αυστηρή κριτική σε κάθε μορφή δογματισμού. Άνθρωπος αριστερός, άσκησε κριτική στην Αριστερά. Φεμινίστρια, δεν δίστασε να επισημάνει τα λάθη του ελληνικού φεμινιστικού κινήματος. Πνευματική φίλη των μεγάλων, του Καζαντζάκη και του Σικελιανού, δεν έζησε στη σκιά τους. Αυτή η εκπληκτική γυναίκα, που αισθανόταν, όπως γράφει η ίδια, «ένα ασκημόπαπο πέρα ως πέρα»1 σ' έναν ανδροκρατούμενο κόσμο, αντιστρατεύτηκε γενναία με τη ζωή και το έργο της το στερεότυπο της γυναίκας που καλλιέργησε η κοινωνία της εποχής της. Η Λαμπρίδη δεχόταν τη Φιλοσοφία σαν ιδιαίτερο είδος διανοητικής δραστηριότητας, που δουλεύει κυρίως με τη θεωρία, τον στοχασμό και την ενόραση. Προσωπική της μέθοδος του φιλοσοφείν ήταν η «ζητητική», στην πλατωνική έννοια2. Δυσπιστούσε στις σύγχρονες φιλοσοφικές τάσεις που παραβιάζουν τη χρήση της γλώσσας με «ανοήματα», όπως τα ονόμαζε. Το είδος αυτό το χαρακτήριζε «ανίερη πρόζα». Αντίθετα, θεωρούσε γονιμότερη τη φιλοσοφική έρευνα που προσανατολίζεται στον χώρο της γνωσιοθεωρίας και βιοθεωρίας και θεωρούσε βαθύ φιλοσοφικό πρόβλημα την αλληλεπίδραση ανθρώπου και περιβάλλοντος. Γι' αυτήν η περιπέτεια του πνεύματος δεν είχε νόημα έξω από το σύνολο των δεδομένων του βίου. Αυτήν την καθολικότητα θαύμαζε στον Εμπεδοκλή, γιατί, όπως γράφει στον πρόλογο του βιβλίου που του αφιέρωσε: «Αγκαλιάζει όλα τα επίπεδα του επιστητού... με την καθολικότητα των γνώσεών του και με το πλάτος της κοσμολογικής του σύλληψης, με τη δράση του για δημοκρατία και ισότητα...».

  Η πρώτη Ελληνίδα φιλόσοφος του αιώνα μας υπενθύμισε ότι ένας αρχαίος φιλόσοφος γνώριζε τα πάντα για την επιστήμη της εποχής του και αισιοδοξούσε ότι θα προοδεύσει μια νέα φιλοσοφία της φύσης, στηριγμένη στα νεώτερα δεδομένα της Φυσικής. Άριστα ενημερωμένη για τις προόδους των επιστημών, διέβλεπε τους περιβαλλοντικούς κινδύνους και πίστευε ότι η Φιλοσοφία σ' αυτή τη φάση είναι απαραίτητη: «Μας χρειάζεται μια συνολική εικόνα του κόσμου, μια ιδέα για τα υλικά από τα οποία είμαστε φτιαγμένοι». Κι επειδή ο άνθρωπος μπορεί να μεταβάλει το περιβάλλον, «του χρειάζεται μια ιδέα κατά ποιον τρόπο πρέπει να το μεταβάλει... του χρειάζονται τα δύο κύρια σκέλη της Φιλοσοφίας, όπως του χρειάζονται τα δύο του πόδια: η κοσμοθεωρία και η βιοθεωρία ή η ηθική με την πλατύτερη σημασία του όρου»3. Η Λαμπρίδη, όπως η μεγάλη φιλόσοφος του αιώνα μας, η Hannah Arendt, δεν μπορούσε να δει τη ζωή του πνεύματος έξω από μια φιλοσοφία της πράξης και στο επίκεντρο των ενασχολήσεών της ήταν πάντα η vita activa.

  Η Λαμπρίδη ήταν από τη γνήσια στόφα των στοχαστών. Η Φιλοσοφία ήταν γι' αυτήν τρόπος ζωής. Δεν την άσκησε από μια πανεπιστημιακή έδρα, αλλά τη βίωσε σαν ένα ανοιχτό ερώτημα, στο οποίο διαπλέκονται όλα τα βιολογικά και πνευματικά δεδομένα της ζωής της: μητέρα, φιλόσοφος, συγγραφέας. Μέσα ακριβώς από αυτό τον τρόπο θεώρησης της ζωής βγήκε το σπουδαίο βιβλίο της, η Νίκη, μια αυτοβιογραφική αφήγηση επικεντρωμένη στη ζωή και τον θάνατο της κόρης της Νίκης. Το βιβλίο αυτό, αν και δεν ανήκει στον χώρο της Φιλοσοφίας, κατάγεται από το φιλοσοφικότερο είδος λογοτεχνίας, τον αυτοβιογραφικό λόγο που επιχειρεί τη διερεύνηση του εαυτού και τον έλεγχο της συνείδησης. Αυτό ακριβώς το είδος ­ «συνοριακό» θα το ονόμαζε η ίδια ­ στρατεύει την «εκ βαθέων» εξομολόγηση στη φιλοσοφική αναζήτηση. Και, αρκετά παράδοξα, στο βιβλίο αυτό προβάλλει έντονα το κυρίαρχο αίτημα της Λαμπρίδη για μια θεωρία της πράξης ­ μιας Ηθικής. Γιατί η Νίκη δεν είναι μόνο η αφήγηση μιας μητέρας που θρηνεί τον θάνατο της κόρης, αλλά η μαρτυρία μιας γυναίκας που προσπάθησε να στοχαστεί τον Εαυτό και τον Κόσμο: τη μητρότητα, το σώμα της, το πνεύμα της, τα συναισθήματά της, τη σύγκρουση της αναγκαιότητας με την ελευθερία, σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή στην Ελλάδα. Για τους παραπάνω λόγους η Νίκη είναι, κατά τη γνώμη μας, ένα βιβλίο μοναδικό στο είδος του, και όχι μόνο για την ελληνική γλώσσα.

  Από πολλές απόψεις η ζωή της Έλλης Λαμπρίδη μπορεί να θεωρηθεί παραδειγματική και φέρνει στο προσκήνιο ανθρώπινες πραγματικότητες και τις συνθήκες στην Ελλάδα της εποχής της, που δεν εξαντλούνται σε ένα σύντομο σημείωμα.

  Η Έλλη Λαμπρίδη γεννήθηκε το 1898 στην Αθήνα. Ήταν ένα από τα τρία παιδιά του γνωστού για την πατριωτική του δράση Ηπειρώτη Ιωάννη Λαμπρίδη, απόφοιτου της Ζωσιμαίας Σχολής και πτυχιούχου της Νομικής Αθηνών.

  Ο πατέρας της, αφού εργάστηκε δάσκαλος στην Κωνσταντινούπολη και δικηγόρος στα Γιάννενα, κατέβηκε στην Αθήνα «για να μη δουλέψει τους Τούρκους», έγινε γερουσιαστής και εξέδιδε την εφημερίδα Αγών. Εκεί μεγάλωσε η Λαμπρίδη και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή. Συνέχισε τις σπουδές της στη Ζυρίχη με υποτροφία Σταθάτου. Έτσι βρέθηκε στην πόλη όπου λίγα χρόνια νωρίτερα μπορούσε κανείς να συναντήσει τον Λένιν αλλά και τον Τριστάν Τζαρά. Την έστελναν για να ασχοληθεί με τα παιδαγωγικά, κλάδο ταιριαστό για μια γυναίκα, όμως αυτή στράφηκε στη Φιλοσοφία. Μόλις 23 χρόνων, με καθηγητή τον Freytag, υποστήριξε τη διατριβή της με θέμα τις γνωσιοθεωρητικές αρχές του Αριστοτέλη, που τυπώθηκε στη Λειψία το 1919. Από το 1920 έως το 1922 διδάσκει στο Αμερικανικό Κολλέγιο Θηλέων της Κωνσταντινούπολης και στο Ζάππειο Διδασκαλείο. Αναγκάζεται να δουλέψει «λεχώνα είκοσι ημερών». Ο γάμος δεν θα κρατήσει παρά ελάχιστα. Τα οικονομικά της θα είναι άσχημα. Στο μεγάλωμα της κόρης της από εδώ και πέρα θα βοηθήσει και η μητέρα της.

  Από το 1923 έως το 1928 θα εργαστεί στο Αμερικανικό Κολλέγιο του Ελληνικού, όπου θα οργανώσει το ελληνικό τμήμα. Τα χρόνια αυτά γράφει μελέτες Φιλοσοφίας και Ψυχολογίας για το περιοδικό Αναγέννηση του Γληνού και φιλοσοφικά άρθρα για τις εγκυκλοπαίδειες του Πυρσού και του Ελευθερουδάκη. Συμμετέχει στο φεμινιστικό κίνημα, πηγαίνει στα συνέδρια που γίνονται στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Η κριτική της στον τομέα αυτό είναι αυστηρή. Κατηγορούσε το κίνημα για συντηρητισμό, έκρινε ότι η κοινωνική και πολιτική διάσταση του φεμινισμού ατονούσε και ήταν υπέρ της πολιτικοποίησης των γυναικών στα αριστερά κόμματα.

  Την εποχή αυτή, τα «ξεχειλίσματα της ανικανοποίητης ορμής για δράση» την οδηγούν σε πράξεις αντισυμβατικές, που θα ξαφνιάσουν αργότερα και την ίδια για την τόλμη τους: σε εποχή ανέχειας, κάνει μια παρακινδυνευμένη οικονομική επένδυση αγοράζοντας ένα άλογο στον ιππόδρομο, που δεν είχε άλλη κατάληξη παρά την ευκαιρία για σπουδή των ανθρώπινων και την εκδήλωση τρυφερότητας για το ζώο: «Κάθε τόσο πηγαίναμε στον στάβλο και του προσφέραμε άσπρο ψωμί και ζάχαρη», και η μικρούλα Νίκη «φοβισμένη άπλωνε το χεράκι της».

  Το 1929 η Λαμπρίδη αναλαμβάνει τη φιλοσοφική σειρά Μελέτες, για την οποία γράφει η ίδια εννέα δοκίμια και μεταφράσεις, και μεταξύ άλλων τη σημαντική μελέτη της για τον Bergson. Το 1930 διορίζεται υποδιευθύντρια του Μαρασλείου Διδασκαλείου. Εμπνευσμένη παιδαγωγός, δουλεύει με ζήλο ολόκληρα δωδεκάωρα και προκαλεί τον φθόνο των συναδέλφων της. Θα την συκοφαντήσει ο διευθυντής της ότι «είχε έρωτες με τ' αγόρια» και θα μετατεθεί «λόγω ποινής» από τον Παπανδρέου, τότε υπουργό Παιδείας, στα διδασκαλεία της Λαμίας και της Τρίπολης. Τα χρόνια αυτά είναι από τα πιο δύσκολα.

  Με τη μεταξική δικτατορία χάνει τη δουλειά της. Την ίδια χρονιά η Νίκη αρρωσταίνει με φυματίωση στη σπονδυλική στήλη. Η Λαμπρίδη νοικιάζει ένα σπιτάκι στην Πεντέλη, όπου το κλίμα ευνοούσε την καταπολέμηση της πάθησης, και εκεί θα περιποιηθεί η ίδια την κόρη της. Αργότερα θα μετακομίσουν στο Μαρούσι. Το 1937-39 δίνει δύο σειρές μαθημάτων Φιλοσοφίας της Ιστορίας, Ψυχολογίας και Λογοτεχνίας στο ελεύθερο πανεπιστήμιο του «Ασκραίου» και δημοσιεύει άρθρα και βιβλιοκρισίες για ανάλογα θέματα στη Νέα Πολιτική. Τα άρθρα αυτά καλύπτουν ένα τεράστιο φάσμα από τη σχέση Φιλοσοφίας και Φυσικής μέχρι το ιαπωνικό θέατρο, αλλά και τους διωγμούς των Εβραίων στη ναζιστική Γερμανία. Δείχνουν την ευρυμάθεια, τη βιβλιογραφική της ενημέρωση αλλά και άγρυπνη παρακολούθηση των πολιτικών εξελίξεων στον διεθνή ορίζοντα. Όμως στο ίδιο περιοδικό την εποχή αυτή θα δημοσιεύσει το σχόλιό της για τη Μητέρα Θεού του Σικελιανού, ξεδιπλώνοντας τη δική της αισθαντική και στοχαστική εκδοχή για το μυστήριο της μητρότητας και της ζωής του πνεύματος.

  Το 1939 η Λαμπρίδη φεύγει στην Αγγλία με υποτροφία του Βρετανικού Συμβουλίου για να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη Φιλοσοφία. Εκεί θα παρακολουθήσει μαθήματα του Wittgenstein. Η αναχώρηση όμως θα σημάνει τον προσωρινό χωρισμό της με την κόρη της, και θα τον παρατείνει ο πόλεμος που ξεσπά στην Ευρώπη. Η Λαμπρίδη μένει στο Λονδίνο, όπου θα αναπτύξει εθνική δράση ως διευθύντρια του Γραφείου Τύπου της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης.

  Η Λαμπρίδη επιστρέφει στην Ελλάδα για να ξαναβρεί την κόρη της, που είναι πια 21 χρόνων, τελειόφοιτη της Φιλοσοφικής, όμως η επιστροφή θα είναι τραγική: λίγο πριν από την άφιξή της η Νίκη σκοτώνεται από αδέσποτη εγγλέζικη σφαίρα το Γενάρη του '45. Ο θάνατος αυτός θα την βάλει σε μιαν ατέλειωτη εργασία πένθους. Γυρίζει προσωρινά στην Αγγλία, όπου θα αναγκαστεί όμως να μείνει άλλα δέκα χρόνια γιατί θα της αφαιρεθεί το διαβατήριο, εξαιτίας της δράσης της στην αριστερίζουσα ένωση εργατικών βουλευτών «για τη δημοκρατία στην Ελλάδα». Είναι χρόνια σκληρής βιοπάλης, που θα βλάψουν ανεπανόρθωτα την όρασή της. Το διαβατήριο θα της επιστραφεί το 1959 ύστερα από ενέργειες της Αμαλίας Φλέμινγκ. Επιστρέφοντας η Λαμπρίδη δημοσιεύει τη Νίκη (1960), τελειώνει τη μετάφραση της Ιστορίας του Θουκυδίδη (ο πρώτος τόμος δημοσιεύτηκε το 1962) και δημοσιεύει τον πρώτο τόμο της Εισαγωγής στη Φιλοσοφία, ενώ ο δεύτερος απαγορεύτηκε από τη λογοκρισία. Το 1963-66 δημοσιεύει τα περίφημα άρθρα της στις Εποχές για τον και τον Popper.

Στο διάστημα αυτό αναγκάζεται να ζει από μεταφράσεις και μαθήματα για βιοπορισμό, αλλά γράφει ασταμάτητα. Ζει σ' ένα μικρό διαμέρισμα για να αποταμιεύσει το ενοίκιο από το ιδιόκτητο διαμέρισμα στην οδό Υψηλάντου 9, και τα χρήματα προόριζε για την ίδρυση φιλοσοφικής βιβλιοθήκης. Εκεί την επισκέπτονται εκλεκτοί φίλοι, ο φιλόσοφος Κώστας Δεσποτόπουλος, ο τεχνοκριτικός Αλέξανδρος Ξύδης, η αρχαιολόγος Εύη Τουλούπα, ο εκδότης Γιάννης Γουδέλης.
Όταν έγινε η δικτατορία η Λαμπρίδη άσκησε ανοιχτή κριτική στο καθεστώς κι αυτό της κόστισε για μια ακόμη φορά την αφαίρεση του διαβατηρίου της. Τέλος ήρθε η επώδυνη αρρώστια. Την αντιμετώπισε με θάρρος.

  Πέθανε το 1970. Στη διαθήκη της άφηνε το κληροδότημα για τη φιλοσοφική βιβλιοθήκη που τόσο ονειρευόταν. Σήμερα η Φιλοσοφική Βιβλιοθήκη Έλλης Λαμπρίδη, προσαρτημένη στα ιδρύματα της Ακαδημίας Αθηνών και εμπλουτισμένη με τις δωρεές των Β.Ν. Τατάκη και Χ. Γιερού και ολόκληρη τη βιβλιοθήκη του Κέντρου Φιλοσοφικών Ερευνών μετά τη διάλυσή του, και πρόσφατα του Φ. Βεγλερή, λειτουργεί με καλό βιβλιοθηκονομικό εξοπλισμό στο σπίτι της οδού Υψηλάντου 9. Το έργο ευοδώθηκε χάρη στον μόχθο και την πνευματική γενναιοδωρία του τότε διευθυντή του Κέντρου Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών καθηγητή Λίνου Μπενάκη. Έτσι για μια ακόμη φορά η Έλλη Λαμπρίδη άφηνε ίχνη απτά της συνεχούς και ανεκτίμητης μέριμνάς της για τη ζωή του πνεύματος.

* Η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου είναι καθηγήτρια Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

1. Όλα τα στοιχεία της βιογραφίας της Έλλης Λαμπρίδη που παρουσιάζονται στο εξής σε εισαγωγικά άντλησα από το αυτοβιογραφικό έργο της Νίκη, Δίφρος 1960. Τα υπόλοιπα προέρχονται από υλικό του αρχείου της, που έθεσε στη διάθεσή μου ο καθηγητής Λίνος Μπενάκης, υπεύθυνος της Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης Έλλης Λαμπρίδη της Ακαδημίας Αθηνών.

2. Για μια διεξοδική παρουσίαση της σκέψης της Έλλης Λαμπρίδη, βλ. Μυρτώ Δραγώνα - Μονάχου, «Έλλη Λαμπρίδη», Καινούργια Εποχή, Φθινόπωρο 1976.

3. Έλλη Λαμπρίδη, «Φιλοσοφία και λογοτεχνία», διάλεξη του 1961, δημοσιευμένη στην Καινούργια Εποχή, 1962.




Δημοσίευση σχολίου