Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Τρομοκρατία (Προτεινόμενο Θέμα Νεοελληνικής Γλώσσας Γ΄Λυκείου 2016)


ΚΕΙΜΕΝΟ

 Οι τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι θλίβουν και σοκάρουν, όπως αντίστοιχα σοκάρει η ροπή προς ανάρμοστους συμψηφισμούς παρέα με την έωλη αναζήτηση ελαφρυντικών. Σε αυτό συμβάλλει ο έντονα συμβολικός χαρακτήρας του Παρισιού, αλλά και η φρικιαστική βαρβαρότητα των επιθέσεων που στόχο είχαν τον πολλαπλασιασμό των θυμάτων και την τρομοκράτηση του πληθυσμού. Η τραγικότερη πτυχή της άθλιας αυτής ιστορίας συμπυκνώνεται στα χαρακτηριστικά των θυμάτων: νέοι άνθρωποι, 20-40 χρόνων στην πλειονότητά τους, που διασκέδαζαν στη πιο ζωντανή γειτονιά της γαλλικής πρωτεύουσας.

  Αν όμως πάρουμε κάποια απόσταση από τα γεγονότα, εκπλήσσει ίσως λιγότερο το γεγονός πως είδαμε κάτι τόσο ειδεχθές και περισσότερο το ότι αντίστοιχες επιθέσεις δεν εκδηλώνονται με μεγαλύτερη συχνότητα.

  Γράφεται συχνά πως οι επιθέσεις αυτές απαιτούν υψηλό βαθμό συντονισμού και οργάνωσης. Όμως, πόσο δύσκολο άραγε είναι να προμηθευτεί κανείς μερικά καλάσνικοφ και να τα στρέψει εναντίον ανυποψίαστων πολιτών; Και πόσο δύσκολο θα ήταν να τοποθετήσει κανείς ένα δέμα με εκρηκτικά σε έναν πολυσύχναστο δρόμο ή ένα σταθμό του μετρό; Με άλλα λόγια, η ουσιαστική ευκολία του εγχειρήματος βρίσκεται σε αναντιστοιχία με τη σπανιότητά του. Γιατί;

  Στο ερώτημα αυτό έχουν δοθεί δύο εξηγήσεις. Η πρώτη υπογραμμίζει το γεγονός πως τρομοκρατικές επιθέσεις όπως αυτές που ζήσαμε στο Παρίσι σπανίζουν γιατί απλούστατα δεν αποφέρουν πολιτικά οφέλη, όπως δείχνουν οι περισσότερες ποσοτικές μελέτες της τρομοκρατίας. Τόσο, π.χ., οι ακροαριστεροί αντάρτες πόλεων της Ιταλίας ή της Γερμανίας τη δεκαετία του ’70 όσο και η Αλ Κάιντα μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 απέτυχαν οικτρά. Αν είναι έτσι όμως, προκύπτει το ερώτημα γιατί το φαινόμενο διαρκεί. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι, από την επιδίωξη της πρόκλησης μιας τυφλής ανταπάντησης που μπορεί να προσδώσει νέα ώθηση σε μια ένοπλη οργάνωση, μέχρι τη στρατολόγηση νέων μελών και τη συμβολική και ψυχολογική ικανοποίηση που συχνά παρέχουν τέτοιες ενέργειες. Πρόκειται πάντως για διαστάσεις που υστερούν σε σύγκριση με την απουσία στρατηγικής αποτελεσματικότητας και εξηγούν το γεγονός πως η τρομοκρατία αποτελεί εξαίρεση και όχι κανόνα.

  Όσο για τη δεύτερη εξήγηση, αυτή επικεντρώνεται στα ατομικά κίνητρα και υπογραμμίζει τα ψυχολογικά και ηθικά εμπόδια που αποτρέπουν τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων από το να προβούν σε κάποια βίαιη πράξη. Ακριβώς επειδή η ιδέα της βίας μάς είναι τόσο αποκρουστική, η άσκησή της απαιτεί είτε μια έκρηξη πάθους (που δεν είναι συμβατή με την ψυχρή οργάνωση μιας τρομοκρατικής επίθεσης), είτε συστηματική προετοιμασία, είτε ψυχοπαθολογική διαταραχή. Ως προς την τελευταία αυτή διάσταση, κάποια από τα χαρακτηριστικά των επιθέσεων στο Παρίσι (η θεαματική τους βία και το γεγονός πως οι εκτελεστές διασκέδαζαν με το μακάβριο έργο τους) εμφανίζουν σημαντικές αναλογίες σε επίπεδο ατομικής ψυχολογίας με τις απολίτικες μαζικές επιθέσεις σε σχολεία και αλλού από τις οποίες υποφέρουν οι ΗΠΑ.

  Η σχετική σπανιότητα των τρομοκρατικών επιθέσεων σε συνδυασμό με τη μεγάλη προσαρμοστικότητα των ανθρώπινων κοινωνιών εξηγεί και την ευκολία με την οποία επιστρέφει η καθημερινότητα. Εδώ και χρόνια οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων της Δύσης έχουν μάθει να συμβιώνουν με τον μικρό μεν αλλά υπαρκτό κίνδυνο μιας τρομοκρατικής επίθεσης. Οι κάτοικοι της Νέας Υόρκης δεν απομακρύνθηκαν από τα αεροπορικά ταξίδια μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, οι κάτοικοι της Μαδρίτης εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τον προαστιακό σιδηρόδρομο μετά την 11η Μαρτίου 2004 και οι κάτοικοι του Λονδίνου το μετρό μετά την 7η Ιουλίου 2005. Ο μεγαλύτερος λόγος ανησυχίας παραμένει ο απομακρυσμένος ακόμη (αλλά όχι για πάντα) κίνδυνος μιας κλιμάκωσης της τρομοκρατίας διαμέσου της χρήσης όπλων μαζικής καταστροφής.

  Καθώς αναρωτιόμαστε για το τι θα ακολουθήσει, καλό είναι να θυμόμαστε πέντε διδάγματα από προηγούμενα κύματα τρομοκρατίας. Πρώτο, είναι γνωστό πλέον πως τυφλές και αδιάκριτες αντιδράσεις την επαύριο ενός τρομοκρατικού χτυπήματος είναι εσφαλμένες, εκτός από άδικες. Το ζητούμενο στις περιπτώσεις αυτές είναι η ψυχραιμία και η αυστηρή επιλεκτικότητα. Δεύτερο, η τρομοκρατία δεν αντιμετωπίζεται με πόλεμο αλλά με αστυνομικού τύπου επιχειρήσεις σε συνδυασμό με τη βελτίωση των πολιτικών ενσωμάτωσης προβληματικών ομάδων. Τρίτο, ο περιορισμός των ατομικών ελευθεριών στο όνομα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας οδηγεί ακριβώς εκεί που επιθυμούν οι τρομοκράτες, ενώ παραμένει αναποτελεσματικός ως μέθοδος. Η εμπειρία της Ευρώπης από τις δεκαετίες ’70 και ’80 παραμένει ως προς αυτό πολύτιμη παρακαταθήκη. {…}

(Διασκευασμένο άρθρο από την εφημερίδα Καθημερινή)

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

ΘΕΜΑΤΑ
Α. Να γραφεί η περίληψη του κειμένου (100-120 λέξεις)

Β1. Να βρείτε το είδος του κειμένου και να τεκμηριώσετε την απάντησή σας

Β2. Με ποιους τρόπους αναπτύσσονται  η τέταρτη και η έβδομη παράγραφος του κειμένου

Β3. Δεύτερο, η τρομοκρατία δεν αντιμετωπίζεται με πόλεμο αλλά με αστυνομικού τύπου επιχειρήσεις σε συνδυασμό με τη βελτίωση των πολιτικών ενσωμάτωσης προβληματικών ομάδων: Να αναπτύξετε το παράθεμα σε μία παράγραφο με αιτιολόγηση σε 120-150 λέξεις

Β4. Να γράψετε μία συνώνυμη για καθεμιά από τις υπογραμμισμένες λέξεις του κειμένου

Β5. Να εντοπίσετε τους τρόπους πειθούς του κειμένου και να τους σχολιάσετε.

Β6. Πού οφείλεται, σύμφωνα με το κείμενο, η αναντιστοιχία ανάμεσα στην ευκολία με την οποία εκδηλώνεται μια τρομοκρατική επίθεση και τη σπανιότητα του φαινομένου;

Γ. Οι τρομοκράτες στην εποχή μας επικαλούνται την κοινωνική αδικία ή την αδικία των ισχυρών της Γης, για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους. Κατά τη γνώμη σας, νομιμοποιούνται τα άτομα αυτά να χρησιμοποιούν τη βία και το έγκλημα για να επιβάλουν τη δικαιοσύνη; Να γράψετε τις απόψεις σας σε ένα αποδεικτικό δοκίμιο 400-500 λέξεων.

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Οι Τρεις Ιεράρχες και τα κλασσικά γράμματα




Οι τρεις εορταζόμενοι άγιοι της Εκκλησίας είχαν  βαθιά αγάπη για τα ελληνικά γράμματα και γνώριζαν πολύ καλά  την ελληνική κλασσική παιδεία . Σπούδασαν με σεβασμό τη θύραθεν γραμματεία σε μια εποχή  κατά την οποία ασκούνταν έντονα αρνητική κριτική στο περιεχόμενό της. Οι δύο από αυτούς, ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, υπήρξαν συμφοιτητές στην ειδωλολατρική Αθήνα και αναζήτησαν τη γνώση με απαράμιλλη πνευματική ανεκτικότητα. Ο Βασίλειος θα αναδείξει  με ενάργεια  τη σημασία της ελληνικής παιδείας,στην πραγματεία του Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων, απόσπασμα από τη μετάφραση του Β. Μουστάκη παραθέτουμε με αφορμή την 30η Ιανουαρίου.

ΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΡΓΑ
 Ὅλοι, λοιπόν, σχεδὸν οἱ ἀξιόλογοι γιὰ τὴ σοφία τους ἄνθρωποι, ἄλλος λιγότερο κι ἄλλος περισσότερο, κι ὁ καθένας μὲ τὸν τρόπο του, ἔχουν ἐξυμνήσει, στὰ ὅσα ἔγραψαν, τὴν ἀρετή. Αὐτοὺς πρέπει νὰ πιστεύουμε καὶ νὰ πασχίζουμε νὰ ἐφαρμόσουμε στὴ ζωή μας τὰ λόγια τους. Διότι ὅποιος στηρίζει μὲ πράξεις τὴ φιλοσοφία, ποὺ ἄλλοι τὴν περιορίζουν στὰ λόγια 
αὐτὸς μονάχα ἔχει νοῦ, 
σὰν σκιὲς οἱ ἄλλοι γυροφέρνουν.
 Ἔχουμε, σ᾿ αὐτὴ τὴν περίπτωση, μιὰ θαυμαστὴ σὲ ὀμορφιὰ προσωπογραφία καὶ πλάι της τὸ ἴδιο πρόσωπο στὴν πραγματικότητα, ἐξίσου ὡραῖο με τὴν ἀπεικόνισή του. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ μὲ φουσκωμένα λόγια ἐξυμνοῦν τὴν ἀρετὴ μπροστὰ στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ στὴ δική τους ζωὴ προτιμοῦν τὴν ἀκολασία ἀπὸ τὴ σωφροσύνη, τὴν πλεονεξία ἀπὸ τὸ δίκιο. Μὲ τί μοιάζουν αὐτοί; Μοιάζουν μὲ τοὺς ἠθοποιοὺς ποὺ παίζουν δράματα καὶ παρουσιάζονται στὴ σκηνὴ συχνὰ σὰν βασιλιάδες καὶ μεγάλοι ἄρχοντες, χωρὶς νὰ εἶναι οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο στὴν πραγματικότητα καί, καμιὰ φορά, οὔτε ἐλεύθεροι πολίτες, ἀλλὰ δοῦλοι. Ὁ μουσικὸς θὰ δεχόταν νὰ μὴν εἶναι καλὰ κουρντισμένη ἡ λύρα του; Ὁ κορυφαῖος του χοροῦ, στὴν τραγῳδία, θὰ δεχόταν νὰ μὴν εἶναι ὁ χορὸς ἐναρμονισμένος μαζί του; Ὄχι. Ὑπάρχουν ὅμως ἄνθρωποι ποὺ θέλουν νὰ διαφωνοῦν μὲ τὸν ἑαυτό τους, κι ἡ ζωή τους νὰ ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ λόγια τους, νὰ συμβαίνει σ᾿ αὐτοὺς αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ Εὐριπίδης· ἡ γλώσσα μου ὁρκίσθηκε ἀλλὰ ὄχι κι ὁ νοῦς, καὶ ποὺ νὰ θέλουν νὰ φαίνονται κι ὄχι νὰ εἶναι στ᾿ ἀλήθεια καλοί; Ἀλλὰ κάτι παρόμοιο θὰ ἦταν τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς ἀδικίας, ἂν πρέπει νὰ πιστέψουμε στὸν Πλάτωνα, τὸ νὰ δίνει κανεὶς τὴν ἐντύπωση ὅτι εἶναι σωστὸς ἄνθρωπος καὶ στὴν πραγματικότητα νὰ μὴν εἶναι.

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

Φιλολόγως ζητούντες: Οι γλωσσικές απόψεις των Καππαδοκών Πατέρων


  Τον τέταρτο αιώνα σημειώθηκε η πιο αποφασιστική και δημιουργική συνάντηση και αναμέτρηση του έλληνος λόγου με τον χριστιανό λόγο. Θεατές και πρωταγωνιστές αυτής της αναμέτρησης οι Καππαδόκες, αφενός μετουσιώνουν τις γλωσσικές θεωρητικές απόψεις της αρχαίας ελληνικής σκέψης sub specie christianitatis και αφετέρου αξιοποιούν τα δεδομένα της ρητορικής τέχνης και αρθρώνουν λόγο υψηλό και άρτιο. Η προκείμενη εργασία επιχειρεί να παρουσιάσει τον τρόπο με τον οποίο θεωρούν, κρίνουν αλλά και χειρίζονται το λόγο.

Γλωσσικές Απόψεις και Όψεις στα Κείμενα των Καππαδοκών Πατέρων
Άννα Κόλτσιου-Νικήτα


Η Άννα Κόλτσιου–Νικήτα είναι Καθηγήτρια των Αρχαίων Ελληνικών, της Ιουδαϊκής και της Χριστιανικής Γραμματείας στο Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ.. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στη μελέτη της χειρόγραφης παράδοσης, τη γλώσσα και τη μετάφραση, καθώς και τη διαμόρφωση της γραμματολογικής ταυτότητας των κειμένων της χριστιανικής γραμματείας.


  Η σειρά «Φιλολόγως ζητούντες» των εκδόσεων της Δέσποινας Κυριακίδη περιλαμβάνει μελέτες που επιχειρούν να προσεγγίσουν κείμενα της χριστιανικής γραμματείας υπό το πρίσμα της φιλολογικής διερεύνησης. Εντάσσεται στην προσπάθεια διεπιστημονικής σύζευξης θεολογίας και φιλολογίας και επικεντρώνεται σε θέματα κριτικής κειμένου, γλώσσας, μετάφρασης, υπομνηματισμού, γραμματειακής ταυτότητας και πρόσληψης.